Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Insensitive

/ɪnsɛnsətɪv/

adjective

1. Not responsive to physical stimuli

  • "Insensitive to radiation"
    synonym:
  • insensitive

1. Δεν ανταποκρίνεται στα φυσικά ερεθίσματα

  • "Αναίσθητος στην ακτινοβολία"
συνώνυμο:
  • ανεξάρτητοσ

2. Deficient in human sensibility

  • Not mentally or morally sensitive
  • "Insensitive to the needs of the patients"
    synonym:
  • insensitive

2. Ανεπαρκής στην ανθρώπινη ευαισθησία

  • Όχι πνευματικά ή ηθικά ευαίσθητα
  • "Αναίσθητος στις ανάγκες των ασθενών"
συνώνυμο:
  • ανεξάρτητοσ