Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Inopportune

/ɪnɑpərtun/

adjective

1. Not opportune

  • "Arrived at a most inopportune hour"
  • "An inopportune visit"
    synonym:
  • inopportune

1. Όχι κατάλληλος

  • "Σε μια πολύ ακατάλληλη ώρα"
  • "Μια ανεπανάληπτη επίσκεψη"
συνώνυμο:
  • ανεπαίσθητοσ