Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Innumerable

/ɪnumərəbəl/

adjective

1. Too numerous to be counted

  • "Incalculable riches"
  • "Countless hours"
  • "An infinite number of reasons"
  • "Innumerable difficulties"
  • "The multitudinous seas"
  • "Myriad stars"
  • "Untold thousands"
    synonym:
  • countless
  • ,
  • infinite
  • ,
  • innumerable
  • ,
  • innumerous
  • ,
  • multitudinous
  • ,
  • myriad
  • ,
  • numberless
  • ,
  • uncounted
  • ,
  • unnumberable
  • ,
  • unnumbered
  • ,
  • unnumerable

1. Πολλά για να μετρηθούν

  • "Ανυπολόγιστα πλούτη"
  • "Αμέτρητες ώρες"
  • "Άπειρος αριθμός λόγων"
  • "Αναρίθμητες δυσκολίες"
  • "Οι πολυποίκιλες θάλασσες"
  • "Μυριάδες αστέρια"
  • "Πολλές χιλιάδες"
συνώνυμο:
  • αμέτρητοσ,
  • άπειρος,
  • αναρίθμητοσ,
  • ανώνυμος,
  • πολυποίκιλοσ,
  • μυριάδα,
  • αριθμός,
  • αναρίθμητοσ,
  • αναρίθμητοσ,
  • αναρίθμητοσ,
  • αναρίθμητοσ

Examples of using

The discovery of electricity gave birth to an innumerable number of inventions.
Η ανακάλυψη της ηλεκτρικής ενέργειας γέννησε έναν αναρίθμητο αριθμό εφευρέσεων.
There are innumerable stars in the universe.
Υπάρχουν αναρίθμητα αστέρια στο σύμπαν.