Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Injury

/ɪnʤəri/

noun

1. Any physical damage to the body caused by violence or accident or fracture etc.

    synonym:
  • injury
  • ,
  • hurt
  • ,
  • harm
  • ,
  • trauma

1. Οποιαδήποτε σωματική βλάβη στο σώμα που προκαλείται από βία ή ατύχημα ή κάταγμα κ.λπ.

συνώνυμο:
  • τραυματισμός,
  • πληγώνω,
  • βλάβη,
  • τραύμα

2. An accident that results in physical damage or hurt

    synonym:
  • injury
  • ,
  • accidental injury

2. Ένα ατύχημα που οδηγεί σε σωματική βλάβη ή τραυματισμό

συνώνυμο:
  • τραυματισμός,
  • τυχαίος τραυματισμός

3. A casualty to military personnel resulting from combat

    synonym:
  • wound
  • ,
  • injury
  • ,
  • combat injury

3. Ένα θύμα στρατιωτικού προσωπικού που προκύπτει από μάχη

συνώνυμο:
  • πληγή,
  • τραυματισμός,
  • τραυματισμός κατά της μάχης

4. An act that causes someone or something to receive physical damage

    synonym:
  • injury

4. Μια πράξη που προκαλεί κάποιον ή κάτι να λάβει σωματική βλάβη

συνώνυμο:
  • τραυματισμός

5. Wrongdoing that violates another's rights and is unjustly inflicted

    synonym:
  • injury

5. Αδικία που παραβιάζει τα δικαιώματα του άλλου και προκαλείται άδικα

συνώνυμο:
  • τραυματισμός

Examples of using

The player faked an injury.
Ο παίκτης προκάλεσε τραυματισμό.
To avoid injury or discomfort, be sure that the vagina is lubricated before intercourse.
Για να αποφύγετε τραυματισμό ή δυσφορία, βεβαιωθείτε ότι ο κόλπος λιπαίνεται πριν από τη σεξουαλική επαφή.
None of the passengers escaped injury.
Κανένας από τους επιβάτες δεν διέφυγε του τραυματισμού.