Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Injudicious

/ɪnʤədɪʃəs/

adjective

1. Lacking or showing lack of judgment or discretion

  • Unwise
  • "An injudicious measure"
  • "The result of an injudicious decision"
    synonym:
  • injudicious

1. Απουσία ή επίδειξη έλλειψης κρίσης ή διακριτικής ευχέρειας

  • Ασύλληπτοσ
  • "Ένα επιζήμιο μέτρο"
  • "Το αποτέλεσμα μιας επιζήμιας απόφασης"
συνώνυμο:
  • απρόσεκτοσ