Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Inhibition

/ɪnhəbɪʃən/

noun

1. (psychology) the conscious exclusion of unacceptable thoughts or desires

    synonym:
  • inhibition
  • ,
  • suppression

1. (ψυχολογία) ο συνειδητός αποκλεισμός απαράδεκτων σκέψεων ή επιθυμιών

συνώνυμο:
  • αναστολή,
  • καταστολή

2. The quality of being inhibited

    synonym:
  • inhibition

2. Η ποιότητα της αναστολής

συνώνυμο:
  • αναστολή

3. (physiology) the process whereby nerves can retard or prevent the functioning of an organ or part

  • "The inhibition of the heart by the vagus nerve"
    synonym:
  • inhibition

3. (φυσιολογία) η διαδικασία με την οποία τα νεύρα μπορούν να επιβραδύνουν ή να αποτρέψουν τη λειτουργία ενός οργάνου ή μέρους

  • "Η αναστολή της καρδιάς από το πνευμονογαστρικό νεύρο"
συνώνυμο:
  • αναστολή

4. The action of prohibiting or inhibiting or forbidding (or an instance thereof)

  • "They were restrained by a prohibition in their charter"
  • "A medical inhibition of alcoholic beverages"
  • "He ignored his parents' forbiddance"
    synonym:
  • prohibition
  • ,
  • inhibition
  • ,
  • forbiddance

4. Η δράση της απαγόρευσης ή της αναστολής ή της απαγόρευσης (ή ένα παράδειγμα αυτής)

  • "Περιορίστηκαν από την απαγόρευση του χάρτη τους"
  • "Ιατρική αναστολή των αλκοολούχων ποτών"
  • "Αγνόησε την απαγόρευση των γονιών του"
συνώνυμο:
  • απαγόρευση,
  • αναστολή,
  • απαγόρευση