Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Inhaler

/ɪnhelər/

noun

1. A dispenser that produces a chemical vapor to be inhaled in order to relieve nasal congestion

    synonym:
  • inhaler
  • ,
  • inhalator

1. Ένας διανομέας που παράγει έναν χημικό ατμό που εισπνέεται για να ανακουφίσει τη ρινική συμφόρηση

συνώνυμο:
  • εισπνευστήρασ,
  • εισπνευστήρα