Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Ingest

/ɪnʤɛst/

verb

1. Serve oneself to, or consume regularly

  • "Have another bowl of chicken soup!"
  • "I don't take sugar in my coffee"
    synonym:
  • consume
  • ,
  • ingest
  • ,
  • take in
  • ,
  • take
  • ,
  • have

1. Σερβίρετε τον εαυτό σας ή καταναλώνετε τακτικά

  • "Έχετε ένα άλλο μπολ με σούπα κοτόπουλου!"
  • "Δεν παίρνω ζάχαρη στον καφέ μου"
συνώνυμο:
  • καταναλώνω,
  • καταναλώνω,
  • παίρνω,
  • παίρνω,
  • έχω

2. Take up mentally

  • "He absorbed the knowledge or beliefs of his tribe"
    synonym:
  • absorb
  • ,
  • assimilate
  • ,
  • ingest
  • ,
  • take in

2. Πάρτε ψυχικά

  • "Απορρόφησε τις γνώσεις ή τις πεποιθήσεις της φυλής του"
συνώνυμο:
  • απορροφώ,
  • αφομοιώνω,
  • καταναλώνω,
  • παίρνω