Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Inflatable

/ɪnfletəbəl/

adjective

1. Designed to be filled with air or gas

  • "An inflatable mattress"
  • "An inflatable boat"
    synonym:
  • inflatable

1. Σχεδιασμένο για να γεμίσει με αέρα ή αέριο

  • "Φουσκωτό στρώμα"
  • "Φουσκωτό σκάφος"
συνώνυμο:
  • φουσκωτός

Examples of using

Tom slept on the inflatable mattress.
Ο Τομ κοιμήθηκε στο φουσκωτό στρώμα.