Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Infinite

/ɪnfənət/

noun

1. The unlimited expanse in which everything is located

  • "They tested his ability to locate objects in space"
  • "The boundless regions of the infinite"
    synonym:
  • space
  • ,
  • infinite

1. Η απεριόριστη έκταση στην οποία βρίσκονται τα πάντα

  • "Εξέτασαν την ικανότητά του να εντοπίζει αντικείμενα στο διάστημα"
  • "Οι απεριόριστες περιοχές του άπειρου"
συνώνυμο:
  • χώρος,
  • άπειρος

adjective

1. Having no limits or boundaries in time or space or extent or magnitude

  • "The infinite ingenuity of man"
  • "Infinite wealth"
    synonym:
  • infinite

1. Δεν έχουν όρια ή όρια στο χρόνο ή το χώρο ή την έκταση ή το μέγεθος

  • "Η άπειρη εφευρετικότητα του ανθρώπου"
  • "Άπειρος πλούτος"
συνώνυμο:
  • άπειρος

2. Of verbs

  • Having neither person nor number nor mood (as a participle or gerund or infinitive)
  • "Infinite verb form"
    synonym:
  • infinite
  • ,
  • non-finite

2. Ρήματα

  • Μην έχετε ούτε άτομο ούτε αριθμό ούτε διάθεση (ας συμμετοχής ή γκερούντ ή απαραίτητο )
  • "Άπειρη μορφή ρήματος"
συνώνυμο:
  • άπειρος,
  • μη πεπερασμένο

3. Too numerous to be counted

  • "Incalculable riches"
  • "Countless hours"
  • "An infinite number of reasons"
  • "Innumerable difficulties"
  • "The multitudinous seas"
  • "Myriad stars"
  • "Untold thousands"
    synonym:
  • countless
  • ,
  • infinite
  • ,
  • innumerable
  • ,
  • innumerous
  • ,
  • multitudinous
  • ,
  • myriad
  • ,
  • numberless
  • ,
  • uncounted
  • ,
  • unnumberable
  • ,
  • unnumbered
  • ,
  • unnumerable

3. Πολλά για να μετρηθούν

  • "Ανυπολόγιστα πλούτη"
  • "Αμέτρητες ώρες"
  • "Άπειρος αριθμός λόγων"
  • "Αναρίθμητες δυσκολίες"
  • "Οι πολυποίκιλες θάλασσες"
  • "Μυριάδες αστέρια"
  • "Πολλές χιλιάδες"
συνώνυμο:
  • αμέτρητοσ,
  • άπειρος,
  • αναρίθμητοσ,
  • ανώνυμος,
  • πολυποίκιλοσ,
  • μυριάδα,
  • αριθμός,
  • αναρίθμητοσ,
  • αναρίθμητοσ,
  • αναρίθμητοσ,
  • αναρίθμητοσ

4. Total and all-embracing

  • "God's infinite wisdom"
    synonym:
  • infinite

4. Σύνολο και πλήρης επεμβάσεις

  • "Η άπειρη σοφία του θεού"
συνώνυμο:
  • άπειρος

Examples of using

He has infinite resources.
Έχει άπειρους πόρους.
I love you in spite of your many, but so many, infinite mental problems.
Σε αγαπώ παρά τα πολλά σου, αλλά τόσα πολλά, άπειρα ψυχικά προβλήματα.
I hate infinite scrolling, because I strongly believe that users should have a right to choose if they want to load the next page or not.
Μισώ την άπειρη κύλιση, επειδή πιστεύω ακράδαντα ότι οι χρήστες θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν αν θέλουν να φορτώσουν την.