Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Indisputable

/ɪndɪspjutəbəl/

adjective

1. Not open to question

  • Obviously true
  • "Undeniable guilt"
  • "Indisputable evidence of a witness"
    synonym:
  • incontestable
  • ,
  • indisputable
  • ,
  • undisputable

1. Δεν είναι ανοιχτό στην ερώτηση

  • Προφανώς αληθινό
  • "Απαράδεκτη ενοχή"
  • "Αδιαμφισβήτητη απόδειξη ενός μάρτυρα"
συνώνυμο:
  • αναμφισβήτητοσ,
  • αδιαμφισβήτητοσ,
  • αδιαμφισβήτητοσ

2. Impossible to doubt or dispute

  • "Indisputable (or sure) proof"
    synonym:
  • indisputable
  • ,
  • sure

2. Αδύνατο να αμφισβητήσει ή να αμφισβητήσει

  • "Αδιαμφισβήτητο ( σίγουρη) απόδειξη"
συνώνυμο:
  • αδιαμφισβήτητοσ,
  • σίγουρος

Examples of using

There is indisputable proof that Tom is the thief.
Υπάρχει αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι ο Τομ είναι ο κλέφτης.