Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Indestructible

/ɪndəstrəktɪbəl/

adjective

1. Not easily destroyed

    synonym:
  • indestructible

1. Δεν καταστρέφονται εύκολα

συνώνυμο:
  • άφθαρτοσ

2. Very long lasting

  • "Less durable rocks were gradually worn away to form valleys"
  • "The perdurable granite of the ancient appalachian spine of the continent"
    synonym:
  • durable
  • ,
  • indestructible
  • ,
  • perdurable
  • ,
  • undestroyable

2. Πολύ μακράς διαρκείας

  • "Λιγότερο ανθεκτικοί βράχοι φθείρονταν σταδιακά για να σχηματίσουν κοιλάδες"
  • "Ο διαπερατός γρανίτης της αρχαίας απαλαχίας σπονδυλικής στήλης της ηπείρου"
συνώνυμο:
  • ανθεκτικός,
  • άφθαρτοσ,
  • διαπερατόσ,
  • αναπόδεικτοσ