Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Indefinite

/ɪndɛfənət/

adjective

1. Vague or not clearly defined or stated

  • "Must you be so indefinite?"
  • "Amorphous blots of color having vague and indefinite edges"
  • "He would not answer so indefinite a proposal"
    synonym:
  • indefinite

1. Αόριστος ή μη σαφώς καθορισμένος ή δηλωμένος

  • "Πρέπει να είσαι τόσο αόριστος?"
  • "Όμορφες κηλίδες χρώματος που έχουν αόριστες και αόριστες άκρες"
  • "Δεν θα απαντούσε τόσο αόριστα σε μια πρόταση"
συνώνυμο:
  • αόριστοσ

2. Not decided or not known

  • "Were indefinite about their plans"
  • "Plans are indefinite"
    synonym:
  • indefinite

2. Δεν αποφασίστηκε ή δεν είναι γνωστό

  • "Είναι αόριστοι για τα σχέδιά τους"
  • "Τα σχέδια είναι αόριστα"
συνώνυμο:
  • αόριστοσ

Examples of using

I'm far away from thinking anything bad about you; on the contrary, I'm grateful to you for expressing this accusation. The indefinite situation I've been in for two last years was morally unbearable for me.
Απέχω πολύ από το να σκέφτομαι κάτι κακό για σένα αντίθετα, σε ευχαριστώ που εξέφρασες αυτή την κατηγορία. Η αόριστη κατάσταση στην οποία βρίσκομαι τα τελευταία δύο χρόνια ήταν ηθικά αφόρητη για μένα.