Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Incursion

/ɪnkərʒən/

noun

1. The act of entering some territory or domain (often in large numbers)

  • "The incursion of television into the american living room"
    synonym:
  • incursion

1. Η πράξη της εισόδου σε κάποιο έδαφος ή τομέα (συχνά σε μεγάλους αριθμούς)

  • "Η εισβολή της τηλεόρασης στο αμερικανικό σαλόνι"
συνώνυμο:
  • εισβολή

2. An attack that penetrates into enemy territory

    synonym:
  • penetration
  • ,
  • incursion

2. Μια επίθεση που διεισδύει στο εχθρικό έδαφος

συνώνυμο:
  • διείσδυση,
  • εισβολή

3. The mistake of incurring liability or blame

    synonym:
  • incursion

3. Το λάθος της επιβάρυνσης ή της ευθύνης

συνώνυμο:
  • εισβολή