Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Incur

/ɪnkər/

verb

1. Make oneself subject to

  • Bring upon oneself
  • Become liable to
  • "People who smoke incur a great danger to their health"
    synonym:
  • incur

1. Υποτάσσω

  • Φέρνω τον εαυτό μου
  • Υπόκειται σε
  • "Οι άνθρωποι που καπνίζουν υποφέρουν από μεγάλο κίνδυνο για την υγεία τους"
συνώνυμο:
  • επιβαρύνω

2. Receive a specified treatment (abstract)

  • "These aspects of civilization do not find expression or receive an interpretation"
  • "His movie received a good review"
  • "I got nothing but trouble for my good intentions"
    synonym:
  • receive
  • ,
  • get
  • ,
  • find
  • ,
  • obtain
  • ,
  • incur

2. Λάβετε μια συγκεκριμένη θεραπεία (αβάστιχο)

  • "Αυτές οι πτυχές του πολιτισμού δεν βρίσκουν έκφραση ούτε λαμβάνουν ερμηνεία"
  • "Η ταινία του έλαβε μια καλή κριτική"
  • "Δεν είχα τίποτα άλλο παρά πρόβλημα για τις καλές μου προθέσεις"
συνώνυμο:
  • λαμβάνω,
  • παίρνω,
  • βρίσκω,
  • αποκτώ,
  • επιβαρύνω