Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Incontinent

/ɪnkɑntənənt/

adjective

1. Not having control over urination and defecation

    synonym:
  • incontinent

1. Δεν έχουν τον έλεγχο της ούρησης και της αφόδευσης

συνώνυμο:
  • ακράτεια

Examples of using

I am incontinent.
Είμαι ακράτεια.