Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Incarceration

/ɪnkɑrsəreʃən/

noun

1. The state of being imprisoned

  • "He was held in captivity until he died"
  • "The imprisonment of captured soldiers"
  • "His ignominious incarceration in the local jail"
  • "He practiced the immurement of his enemies in the castle dungeon"
    synonym:
  • captivity
  • ,
  • imprisonment
  • ,
  • incarceration
  • ,
  • immurement

1. Η κατάσταση της φυλάκισης

  • "Παρέμεινε σε αιχμαλωσία μέχρι που πέθανε"
  • "Η φυλάκιση των συλληφθέντων στρατιωτών"
  • "Η απεχθής φυλάκιση του στην τοπική φυλακή"
  • "Εξασκούσε την εξαθλίωση των εχθρών του στο μπουντρούμι του κάστρου"
συνώνυμο:
  • αιχμαλωσία,
  • φυλάκιση,
  • φυλάκιση,
  • αποσβέσεισ