Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "importation" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "εισαγωγή" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Importation

[Εισαγωγή]
/ɪmpɔrteʃən/

noun

1. The commercial activity of buying and bringing in goods from a foreign country

    synonym:
  • importing
  • ,
  • importation

1. Η εμπορική δραστηριότητα της αγοράς και της μεταφοράς αγαθών από ξένη χώρα

συνώνυμο:
  • εισαγωγή,
  • εισαγωγή

2. Commodities (goods or services) bought from a foreign country

    synonym:
  • import
  • ,
  • importation

2. Εμπορεύματα (αγαθά ή υπηρεσίες) αγορασμένο από ξένη χώρα

συνώνυμο:
  • εισάγω,
  • εισαγωγή