Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Impolite

/ɪmpəlaɪt/

adjective

1. Not polite

    synonym:
  • impolite

1. Όχι ευγενικός

συνώνυμο:
  • αποπνικτικόσ

Examples of using

They consider it impolite to disagree with someone they don't know very well.
Θεωρούν αποτρόπαιο να διαφωνούν με κάποιον που δεν γνωρίζουν πολύ καλά.
I think it is best not to be impolite.
Νομίζω ότι είναι καλύτερο να μην είμαστε απερίσκεπτοι.