Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Impersonation

/ɪmpərsəneʃən/

noun

1. A representation of a person that is exaggerated for comic effect

    synonym:
  • caricature
  • ,
  • imitation
  • ,
  • impersonation

1. Μια αναπαράσταση ενός ατόμου που είναι υπερβολική για το κωμικό αποτέλεσμα

συνώνυμο:
  • καρικατούρα,
  • μίμηση,
  • πλαστοπροσωπία

2. Pretending to be another person

    synonym:
  • imposture
  • ,
  • impersonation

2. Προσποιούμενοι ότι είμαστε άλλο άτομο

συνώνυμο:
  • αποστασία,
  • πλαστοπροσωπία

3. Imitating the mannerisms of another person

    synonym:
  • impersonation
  • ,
  • personation

3. Μιμείται τους τρόπους ενός άλλου ατόμου

συνώνυμο:
  • πλαστοπροσωπία,
  • προσωποποίηση