Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Imperceptible

/ɪmpərsɛptɪbəl/

adjective

1. Impossible or difficult to perceive by the mind or senses

  • "An imperceptible drop in temperature"
  • "An imperceptible nod"
  • "Color is unperceivable to the touch"
    synonym:
  • imperceptible
  • ,
  • unperceivable

1. Αδύνατο ή δύσκολο να αντιληφθεί από το μυαλό ή τις αισθήσεις

  • "Μια ανεπαίσθητη πτώση της θερμοκρασίας"
  • "Ένα ανεπαίσθητο νεύμα"
  • "Το χρώμα είναι αντιληπτό στην αφή"
συνώνυμο:
  • ανεπαίσθητοσ,
  • ανεκτίμητοσ

Examples of using

The truth is opaque and consequently imperceptible.
Η αλήθεια είναι αδιαφανής και κατά συνέπεια ανεπαίσθητη.