Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "immortalize" into Greek language

Μεταφραστική έννοια και ορισμός της λέξης "ανθρωποποίηση" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Immortalize

[Αποθανατίζω]
/ɪmɔrtəlaɪz/

verb

1. Be or provide a memorial to a person or an event

  • "This sculpture commemorates the victims of the concentration camps"
  • "We memorialized the dead"
    synonym:
  • commemorate
  • ,
  • memorialize
  • ,
  • memorialise
  • ,
  • immortalize
  • ,
  • immortalise
  • ,
  • record

1. Να είναι ή να παρέχει ένα μνημείο για ένα άτομο ή ένα γεγονός

  • "Αυτό το γλυπτό τιμά τα θύματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης"
  • "Μνημονεύουμε τους νεκρούς"
συνώνυμο:
  • τιμά,
  • μνημονεύω,
  • μνημόσυνο,
  • απαθανατίζω,
  • απαθανατίζω,
  • εγγραφή

2. Make famous forever

  • "This melody immortalized its composer"
    synonym:
  • immortalize
  • ,
  • immortalise
  • ,
  • eternize
  • ,
  • eternise
  • ,
  • eternalize
  • ,
  • eternalise

2. Κάντε διάσημο για πάντα

  • "Αυτή η μελωδία απαθανάτισε τον συνθέτη της"
συνώνυμο:
  • απαθανατίζω,
  • απαθανατίζω,
  • αιωνιοποιώ,
  • αιωνιοποίηση,
  • αιωνιοποίηση,
  • αιωνιοποίηση