Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Imagine

/ɪmæʤən/

verb

1. Form a mental image of something that is not present or that is not the case

  • "Can you conceive of him as the president?"
    synonym:
  • imagine
  • ,
  • conceive of
  • ,
  • ideate
  • ,
  • envisage

1. Σχηματίστε μια νοητική εικόνα κάτι που δεν είναι παρόν ή αυτό δεν ισχύει

  • "Μπορείτε να τον συλλάβετε ως πρόεδρο?"
συνώνυμο:
  • φανταστείτε,
  • συλλαμβάνω,
  • ιδεατόσ,
  • οραματίζομαι

2. Expect, believe, or suppose

  • "I imagine she earned a lot of money with her new novel"
  • "I thought to find her in a bad state"
  • "He didn't think to find her in the kitchen"
  • "I guess she is angry at me for standing her up"
    synonym:
  • think
  • ,
  • opine
  • ,
  • suppose
  • ,
  • imagine
  • ,
  • reckon
  • ,
  • guess

2. Περιμένετε, πιστέψτε ή υποθέστε

  • "Φαντάζομαι ότι κέρδισε πολλά χρήματα με το νέο της μυθιστόρημα"
  • "Σκέφτηκα να τη βρω σε κακή κατάσταση"
  • "Δεν σκέφτηκε να την βρει στην κουζίνα"
  • "Υποθέτω ότι είναι θυμωμένη μαζί μου που την σηκώνει όρθια"
συνώνυμο:
  • σκέφτομαι,
  • οπίνη,
  • ας υποθέσουμε,
  • φανταστείτε,
  • υπολογίζω,
  • μαντέψτε

Examples of using

I can vividly imagine that.
Μπορώ να το φανταστώ έντονα αυτό.
In this forest at every step we may face the most terrible perils that you can ever imagine. So let's go ahead.
Σε αυτό το δάσος σε κάθε βήμα μπορεί να αντιμετωπίσουμε τους πιο τρομερούς κινδύνους που μπορείτε ποτέ να φανταστείτε. Ας προχωρήσουμε λοιπόν.
I can imagine that.
Μπορώ να το φανταστώ αυτό.