Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Illegible

/ɪlɛʤəbəl/

adjective

1. (of handwriting, print, etc.) not legible

  • "Illegible handwriting"
    synonym:
  • illegible

1. ( της γραφής, της εκτύπωσης, κ.λπ.) μη ευανάγνωστη

  • "Ασύρματη γραφή"
συνώνυμο:
  • παράνομος