Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Illegally

/ɪligəli/

adverb

1. In an illegal manner

  • "They dumped the waste illegally"
    synonym:
  • illegally
  • ,
  • illicitly
  • ,
  • lawlessly

1. Με παράνομο τρόπο

  • "Πέταξαν τα απόβλητα παράνομα"
συνώνυμο:
  • παράνομα,
  • παράνομα,
  • ανομίωσ