Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Illegal

/ɪligəl/

adjective

1. Prohibited by law or by official or accepted rules

  • "An illegal chess move"
    synonym:
  • illegal

1. Απαγορεύεται από το νόμο ή από επίσημους ή αποδεκτούς κανόνες

  • "Παράνομη κίνηση σκακιού"
συνώνυμο:
  • παράνομος

Examples of using

He made his fortune dealing in illegal weapons.
Έκανε την περιουσία του να ασχολείται με παράνομα όπλα.
He's not ashamed for his illegal actions.
Δεν ντρέπεται για τις παράνομες πράξεις του.
Tom is an illegal immigrant.
Ο Τομ είναι λαθρομετανάστης.