Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "ignition" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "ανάφλεξη" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Ignition

[Ανάφλεξη]
/ɪgnɪʃən/

noun

1. The process of initiating combustion or catching fire

    synonym:
  • ignition

1. Η διαδικασία έναρξης καύσης ή αλίευσης πυρκαγιάς

συνώνυμο:
  • ανάφλεξη

2. The mechanism that ignites the fuel in an internal-combustion engine

    synonym:
  • ignition
  • ,
  • ignition system

2. Ο μηχανισμός που αναφλέγει το καύσιμο σε κινητήρα εσωτερικής καύσης

συνώνυμο:
  • ανάφλεξη,
  • σύστημα ανάφλεξης

3. The act of setting something on fire

    synonym:
  • ignition
  • ,
  • firing
  • ,
  • lighting
  • ,
  • kindling
  • ,
  • inflammation

3. Η πράξη του να βάλεις κάτι στη φωτιά

συνώνυμο:
  • ανάφλεξη,
  • πυροδότηση,
  • φωτισμός,
  • ανάβω,
  • φλεγμονή