Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Ibis

/aɪbəs/

noun

1. Wading birds of warm regions having long slender down-curved bills

    synonym:
  • ibis

1. Πτηνά των θερμών περιοχών που έχουν τους μακριούς λεπτούς λογαριασμούς

συνώνυμο:
  • ίβις