Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Hypnotism

/hɪpnətɪzəm/

noun

1. The act of inducing hypnosis

    synonym:
  • hypnotism
  • ,
  • mesmerism
  • ,
  • suggestion

1. Η πράξη της πρόκλησης ύπνωσης

συνώνυμο:
  • υπνωτισμόσ,
  • μεσμερισμό,
  • πρόταση