Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Hypertension

/haɪpərtɛnʃən/

noun

1. A common disorder in which blood pressure remains abnormally high (a reading of 140/90 mm hg or greater)

    synonym:
  • high blood pressure
  • ,
  • hypertension

1. Μια κοινή διαταραχή στην οποία η αρτηριακή πίεση παραμένει ασυνήθιστα υψηλή (α ανάγνωση 140/90 ή μεγαλύτερη)

συνώνυμο:
  • υψηλή αρτηριακή πίεση,
  • υπέρταση