Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Humanness

/hjumənnəs/

noun

1. The quality of being human

  • "He feared the speedy decline of all manhood"
    synonym:
  • humanness
  • ,
  • humanity
  • ,
  • manhood

1. Η ποιότητα του να είσαι άνθρωπος

  • "Φοβόταν την ταχεία παρακμή όλης της ανδρικής ηλικίας"
συνώνυμο:
  • ανθρωπιά,
  • ανθρωπιά,
  • ανδρική πολιτική