Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Humanity

/hjumænɪti/

noun

1. The quality of being humane

    synonym:
  • humanity

1. Η ποιότητα του να είσαι ανθρώπινος

συνώνυμο:
  • ανθρωπιά

2. The quality of being human

  • "He feared the speedy decline of all manhood"
    synonym:
  • humanness
  • ,
  • humanity
  • ,
  • manhood

2. Η ποιότητα του να είσαι άνθρωπος

  • "Φοβόταν την ταχεία παρακμή όλης της ανδρικής ηλικίας"
συνώνυμο:
  • ανθρωπιά,
  • ανθρωπιά,
  • ανδρική πολιτική

3. All of the living human inhabitants of the earth

  • "All the world loves a lover"
  • "She always used `humankind' because `mankind' seemed to slight the women"
    synonym:
  • world
  • ,
  • human race
  • ,
  • humanity
  • ,
  • humankind
  • ,
  • human beings
  • ,
  • humans
  • ,
  • mankind
  • ,
  • man

3. Όλοι οι ζωντανοί κάτοικοι της γης

  • "Όλος ο κόσμος αγαπά έναν εραστή"
  • "Πάντα χρησιμοποιούσε την ανθρωπότητα γιατί η ανθρωπότητα φαινόταν να ελαφρύνει τις γυναίκες"
συνώνυμο:
  • κόσμος,
  • ανθρώπινη φυλή,
  • ανθρωπιά,
  • ανθρωπότητα,
  • ανθρώπινα όντα,
  • άνθρωποι,
  • ανθρωπότητα,
  • άνθρωπος

Examples of using

Africa is the cradle of humanity.
Η Αφρική είναι το λίκνο της ανθρωπότητας.
You have restored my faith in humanity.
Έχετε αποκαταστήσει την πίστη μου στην ανθρωπότητα.
As centuries passed, humanity became more serious in implementing constructed languages as they deemed natural ones to be insufficient.
Καθώς περνούσαν οι αιώνες, η ανθρωπότητα έγινε πιο σοβαρή στην εφαρμογή κατασκευασμένων γλωσσών, καθώς θεωρούσε τις φυσικές ως ανεπαρκείς.