Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Huddle

/hədəl/

noun

1. (informal) a quick private conference

    synonym:
  • huddle
  • ,
  • powwow

1. (ινφορμαλ) ένα γρήγορο ιδιωτικό συνέδριο

συνώνυμο:
  • λασπώνω,
  • παραλία

2. A disorganized and densely packed crowd

  • "A huddle of frightened women"
    synonym:
  • huddle

2. Ένα αποδιοργανωμένο και πυκνά γεμάτο πλήθος

  • "Μια λασπωμένη γυναίκα φοβισμένων"
συνώνυμο:
  • λασπώνω

verb

1. Crowd or draw together

  • "Let's huddle together--it's cold!"
    synonym:
  • huddle
  • ,
  • huddle together

1. Πλήθος ή σχεδιάστε μαζί

  • "Ας είμαστε μαζί - κάνει κρύο!"
συνώνυμο:
  • λασπώνω,
  • παρέα

2. Crouch or curl up

  • "They huddled outside in the rain"
    synonym:
  • huddle
  • ,
  • cower

2. Σκύψτε ή μπούκλες

  • "Συγκεντρώθηκαν έξω στη βροχή"
συνώνυμο:
  • λασπώνω,
  • παραχωρών