Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Hopi

/hoʊpi/

noun

1. A member of the shoshonean people of northeastern arizona

    synonym:
  • Hopi

1. Μέλος του λαού των σοζόνων της βορειοανατολικής αριζόνα

συνώνυμο:
  • Χόπι

2. The shoshonean language spoken by the hopi

    synonym:
  • Hopi

2. Η σωσονική γλώσσα που ομιλείται από το χόπι

συνώνυμο:
  • Χόπι