Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Hopelessly

/hoʊpləsli/

adverb

1. In a hopeless manner

  • "The papers were hopelessly jumbled"
  • "He is hopelessly romantic"
    synonym:
  • hopelessly

1. Με απελπιστικό τρόπο

  • "Τα χαρτιά ήταν απελπιστικά τσακισμένα"
  • "Είναι απελπιστικά ρομαντικός"
συνώνυμο:
  • απελπιστικά

2. In a dispirited manner without hope

  • "The first mozartian opera to be subjected to this curious treatment ran dispiritedly for five performances"
    synonym:
  • dispiritedly
  • ,
  • hopelessly

2. Με απελπισμένο τρόπο χωρίς ελπίδα

  • "Η πρώτη όπερα της μοζαρτίας που υποβλήθηκε σε αυτή την περίεργη θεραπεία έτρεξε αποθαρρυμένα για πέντε παραστάσεις"
συνώνυμο:
  • απερίσκεπτα,
  • απελπιστικά

3. Without hope

  • Desperate because there seems no possibility of comfort or success
  • "He hung his head hopelessly"
  • "`i must die,' he said hopelessly"
    synonym:
  • hopelessly

3. Χωρίς ελπίδα

  • Απελπισμένος γιατί δεν φαίνεται να υπάρχει δυνατότητα άνεσης ή επιτυχίας
  • "Κρέμασε το κεφάλι του απελπιστικά"
  • "Πρέπει να πεθάνω, είπε απελπιστικά"
συνώνυμο:
  • απελπιστικά

Examples of using

He is hopelessly romantic.
Είναι απελπιστικά ρομαντικός.
People that think and speak only about themselves are hopelessly uneducated.
Οι άνθρωποι που σκέφτονται και μιλούν μόνο για τον εαυτό τους είναι απελπιστικά αμόρφωτοι.