Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Hopefully

/hoʊpfəli/

adverb

1. With hope

  • In a hopeful manner
  • "We searched hopefully for a good position"
    synonym:
  • hopefully

1. Με ελπίδα

  • Με ελπιδοφόρο τρόπο
  • "Ελπίζω να αναζητήσαμε μια καλή θέση"
συνώνυμο:
  • ελπίζω

2. It is hoped

  • "Hopefully the weather will be fine on sunday"
    synonym:
  • hopefully

2. Ελπίζεται

  • "Ελπίζω ο καιρός να είναι καλός την κυριακή"
συνώνυμο:
  • ελπίζω