Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Hip

/hɪp/

noun

1. Either side of the body below the waist and above the thigh

    synonym:
  • hip

1. Κάθε πλευρά του σώματος κάτω από τη μέση και πάνω από το μηρό

συνώνυμο:
  • γοφόσ

2. The structure of the vertebrate skeleton supporting the lower limbs in humans and the hind limbs or corresponding parts in other vertebrates

    synonym:
  • pelvis
  • ,
  • pelvic girdle
  • ,
  • pelvic arch
  • ,
  • hip

2. Η δομή του σπονδυλωτού σκελετού που υποστηρίζει τα κάτω άκρα στον άνθρωπο και τα οπίσθια άκρα ή τα αντίστοιχα μέρη σε άλλα σπονδυλωτά

συνώνυμο:
  • λεκάνη,
  • πυελικό ζωνάρι,
  • πυελική αψίδα,
  • γοφόσ

3. The ball-and-socket joint between the head of the femur and the acetabulum

    synonym:
  • hip
  • ,
  • hip joint
  • ,
  • coxa
  • ,
  • articulatio coxae

3. Η άρθρωση μπάλας και τσέπης μεταξύ του κεφαλιού του μηρού και του ακεταμπούλου

συνώνυμο:
  • γοφόσ,
  • άρθρωση ισχίου,
  • κόμξα,
  • αρθρωτό κώξα

4. (architecture) the exterior angle formed by the junction of a sloping side and a sloping end of a roof

    synonym:
  • hip

4. (αρχιτεκτονική) η εξωτερική γωνία που σχηματίζεται από τη διασταύρωση μιας επικλινούς πλευράς και ένα επικλινές άκρο μιας οροφής

συνώνυμο:
  • γοφόσ

5. The fruit of a rose plant

    synonym:
  • hip
  • ,
  • rose hip
  • ,
  • rosehip

5. Ο καρπός ενός φυτού τριαντάφυλλου

συνώνυμο:
  • γοφόσ,
  • τριαντάφυλλο,
  • τριαντάφυλλο

adjective

1. Informed about the latest trends

    synonym:
  • hep
  • ,
  • hip
  • ,
  • hip to(p)

1. Ενημέρωση για τις τελευταίες τάσεις

συνώνυμο:
  • ηπατικός,
  • γοφόσ,
  • ισχίο ()

Examples of using

The man wore a gun on his hip.
Ο άντρας φορούσε όπλο στο ισχίο του.