Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Heyday

/hede/

noun

1. The period of greatest prosperity or productivity

    synonym:
  • flower
  • ,
  • prime
  • ,
  • peak
  • ,
  • heyday
  • ,
  • bloom
  • ,
  • blossom
  • ,
  • efflorescence
  • ,
  • flush

1. Η περίοδος της μεγαλύτερης ευημερίας ή παραγωγικότητας

συνώνυμο:
  • λουλούδι,
  • πρώτοσ,
  • κορυφή,
  • εβδομάδα,
  • ανθίζω,
  • άνθος,
  • εξάνθημα,
  • επίπλευση