Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Hesitantly

/hɛzɪtəntli/

adverb

1. With hesitation

  • In a hesitant manner
  • "He finally accepted hesitantly"
    synonym:
  • hesitantly
  • ,
  • hesitatingly

1. Με δισταγμό

  • Με διστακτικό τρόπο
  • "Τελικά δέχτηκε διστακτικά"
συνώνυμο:
  • διστακτικά,
  • διστακτικά