Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Heroic

/hɪroʊɪk/

noun

1. A verse form suited to the treatment of heroic or elevated themes

  • Dactylic hexameter or iambic pentameter
    synonym:
  • heroic verse
  • ,
  • heroic meter
  • ,
  • heroic

1. Μια μορφή στίχου κατάλληλη για την αντιμετώπιση ηρωικών ή ανυψωμένων θεμάτων

  • Δακτυλικό εξάμετρο ή ιαμβικό πεντάμετρο
συνώνυμο:
  • ηρωικός στίχος,
  • ηρωικός μετρητής,
  • ηρωικός

adjective

1. Very imposing or impressive

  • Surpassing the ordinary (especially in size or scale)
  • "An epic voyage"
  • "Of heroic proportions"
  • "Heroic sculpture"
    synonym:
  • epic
  • ,
  • heroic
  • ,
  • larger-than-life

1. Πολύ επιβλητικό ή εντυπωσιακό

  • Ξεπερνώντας το συνηθισμένο (ειδικά σε μέγεθος ή κλίμακα)
  • "Ένα επικό ταξίδι"
  • "Ηρωικές διαστάσεις"
  • "Ηρωικό γλυπτό"
συνώνυμο:
  • επίκ,
  • ηρωικός,
  • μεγαλύτερος από τη ζωή

2. Relating to or characteristic of heroes of antiquity

  • "Heroic legends"
  • "The heroic age"
    synonym:
  • heroic

2. Σχετικά με ή χαρακτηριστικά των ηρώων της αρχαιότητας

  • "Ηρωικοί θρύλοι"
  • "Η ηρωική εποχή"
συνώνυμο:
  • ηρωικός

3. Having or displaying qualities appropriate for heroes

  • "The heroic attack on the beaches of normandy"
  • "Heroic explorers"
    synonym:
  • heroic
  • ,
  • heroical

3. Έχοντας ή εμφανίζοντας ιδιότητες κατάλληλες για ήρωες

  • "Η ηρωική επίθεση στις παραλίες της νορμανδίας"
  • "Ηρωικοί εξερευνητές"
συνώνυμο:
  • ηρωικός,
  • ηρωικόσ

4. Of behavior that is impressive and ambitious in scale or scope

  • "An expansive lifestyle"
  • "In the grand manner"
  • "Collecting on a grand scale"
  • "Heroic undertakings"
    synonym:
  • expansive
  • ,
  • grand
  • ,
  • heroic

4. Συμπεριφοράς που είναι εντυπωσιακή και φιλόδοξη σε κλίμακα ή πεδίο εφαρμογής

  • "Επεκτατικός τρόπος ζωής"
  • "Με τον μεγάλο τρόπο"
  • "Συλλογή σε μεγάλη κλίμακα"
  • "Ηρωικές επιχειρήσεις"
συνώνυμο:
  • επεκτατική,
  • μεγάλος,
  • ηρωικός

5. Showing extreme courage

  • Especially of actions courageously undertaken in desperation as a last resort
  • "Made a last desperate attempt to reach the climber"
  • "The desperate gallantry of our naval task forces marked the turning point in the pacific war"- g.c.marshall
  • "They took heroic measures to save his life"
    synonym:
  • desperate
  • ,
  • heroic

5. Επιδεικνύοντας ακραίο θάρρος

  • Ιδιαίτερα των ενεργειών που αναλαμβάνονται με θάρρος στην απόγνωση ως έσχατη λύση
  • "Κάναμε μια τελευταία απελπισμένη προσπάθεια να φτάσουμε στον ορειβάτη"
  • "Η απελπιστική αδράνεια των ναυτικών μας δυνάμεων σηματοδότησε το σημείο καμπής στον πόλεμο του ειρηνικού" - γ.κ.μάρσαλ
  • "Πήραν ηρωικά μέτρα για να σώσουν τη ζωή του"
συνώνυμο:
  • απελπισμένος,
  • ηρωικός

Examples of using

Am I supposed to, single-handedly, strengthened only by the mythical magic of my forebears, in heroic fashion smash his armies and save the beautiful princess from his clutches to finally deliver him to...
Υποτίθεται ότι πρέπει, με το ένα χέρι, να ενισχυθεί μόνο από τη μυθική μαγεία των προγόνων μου, την, με ηρωικό τρόπο συντρίψει τους στρατούς του και να σώσει την όμορφη πριγκίπισσα από τα νύχια του για να τον παραδώσει τελικά...
The heroic deed is an act of the man frightened to death.
Η ηρωική πράξη είναι μια πράξη του ανθρώπου που φοβάται μέχρι θανάτου.
He is heroic.
Είναι ηρωικός.