Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Helicopter

/hɛlɪkɑptər/

noun

1. An aircraft without wings that obtains its lift from the rotation of overhead blades

    synonym:
  • helicopter
  • ,
  • chopper
  • ,
  • whirlybird
  • ,
  • eggbeater

1. Ένα αεροσκάφος χωρίς φτερά που αποκτά τον ανελκυστήρα του από την περιστροφή των εναέριων λεπίδων

συνώνυμο:
  • ελικόπτερο,
  • ελικόπτερο,
  • πουλί,
  • αυγοχάτα

Examples of using

She shot down a helicopter.
Κατέρριψε ένα ελικόπτερο.
I can pilot a helicopter.
Μπορώ να πιλοτάρω ένα ελικόπτερο.
He knows how to fly a helicopter.
Ξέρει να πετάει ελικόπτερο.