Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Heaving

/hivɪŋ/

noun

1. An upward movement (especially a rhythmical rising and falling)

  • "The heaving of waves on a rough sea"
    synonym:
  • heave
  • ,
  • heaving

1. Μια ανοδική κίνηση ( ιδιαίτερα μια ρυθμική άνοδο και πτώση)

  • "Η βαρύτητα των κυμάτων σε μια τραχιά θάλασσα"
συνώνυμο:
  • υψώ,
  • βαρύτητα

2. Breathing heavily (as after exertion)

    synonym:
  • panting
  • ,
  • heaving

2. Αναπνοή βαριά (α μετά την άσκηση)

συνώνυμο:
  • παρατηρώ,
  • βαρύτητα

3. The act of lifting something with great effort

    synonym:
  • heave
  • ,
  • heaving

3. Η πράξη της άρσης κάτι με μεγάλη προσπάθεια

συνώνυμο:
  • υψώ,
  • βαρύτητα

4. Throwing something heavy (with great effort)

  • "He gave it a mighty heave"
  • "He was not good at heaving passes"
    synonym:
  • heave
  • ,
  • heaving

4. Ρίχνοντας κάτι βαρύ (με μεγάλη προσπάθεια)

  • "Του έδωσε ένα δυνατό σωρό"
  • "Δεν ήταν καλός στο να περνάει"
συνώνυμο:
  • υψώ,
  • βαρύτητα