Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Harpsichord

/hɑrpsəkɔrd/

noun

1. A clavier with strings that are plucked by plectra mounted on pivots

    synonym:
  • harpsichord
  • ,
  • cembalo

1. Ένας κλαβιέ με χορδές που είναι τοποθετημένες με προλέκτρα στους άξονες

συνώνυμο:
  • αρπίχορδο,
  • τσεμπάλο