Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Harp

/hɑrp/

noun

1. A chordophone that has a triangular frame consisting of a sounding board and a pillar and a curved neck

  • The strings stretched between the neck and the soundbox are plucked with the fingers
    synonym:
  • harp

1. Ένα χορδόφωνο που έχει ένα τριγωνικό πλαίσιο που αποτελείται από έναν πίνακα ήχου και έναν πυλώνα και έναν καμπύλο λαιμό

  • Οι χορδές που τεντώνονται ανάμεσα στο λαιμό και το κιβώτιο ήχου είναι γεμάτες με τα δάχτυλα
συνώνυμο:
  • άρπα

2. A pair of curved vertical supports for a lampshade

    synonym:
  • harp

2. Ένα ζευγάρι καμπύλες κάθετες υποστηρίξεις για μια αμπαζούρ

συνώνυμο:
  • άρπα

3. A small rectangular free-reed instrument having a row of free reeds set back in air holes and played by blowing into the desired hole

    synonym:
  • harmonica
  • ,
  • mouth organ
  • ,
  • harp
  • ,
  • mouth harp

3. Ένα μικρό ορθογώνιο όργανο ελεύθερης φυλής που έχει μια σειρά από ελεύθερα καλάμια που επιστρέφουν στις τρύπες αέρα και παίζουν

συνώνυμο:
  • φυσαρμόνικα,
  • στοματικό όργανο,
  • άρπα,
  • στοματική άρπα

verb

1. Come back to

  • "Don't dwell on the past"
  • "She is always harping on the same old things"
    synonym:
  • harp
  • ,
  • dwell

1. Επιστρέφω στο

  • "Μη μένεις στο παρελθόν"
  • "Πάντα βλάπτει τα ίδια παλιά πράγματα"
συνώνυμο:
  • άρπα,
  • κατοικεί

2. Play the harp

  • "She harped the saint-saens beautifully"
    synonym:
  • harp

2. Παίζω άρπα

  • "Και άρπαξε όμορφα τους αγίους σαένς"
συνώνυμο:
  • άρπα

Examples of using

Did you practise the harp this morning?
Εξασκηθήκατε στην άρπα σήμερα το πρωί?
It's a harp.
Είναι άρπα.
Violin, piano and harp are musical instruments.
Το βιολί, το πιάνο και η άρπα είναι μουσικά όργανα.