Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "harbour" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "λιμάνι" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Harbour

[Λιμάνι]
/hɑrbər/

noun

1. A sheltered port where ships can take on or discharge cargo

    synonym:
  • seaport
  • ,
  • haven
  • ,
  • harbor
  • ,
  • harbour

1. Ένα προστατευμένο λιμάνι όπου τα πλοία μπορούν να αναλάβουν ή να εκφορτώσουν φορτίο

συνώνυμο:
  • λιμάνι,
  • καταφύγιο,
  • λιμάνι,
  • λιμάνι

2. A place of refuge and comfort and security

    synonym:
  • harbor
  • ,
  • harbour

2. Ένας χώρος καταφυγίου, άνεσης και ασφάλειας

συνώνυμο:
  • λιμάνι,
  • λιμάνι

verb

1. Secretly shelter (as of fugitives or criminals)

    synonym:
  • harbor
  • ,
  • harbour

1. Κρυφό καταφύγιο (από φυγάδες ή εγκληματίες)

συνώνυμο:
  • λιμάνι,
  • λιμάνι

2. Keep in one's possession

  • Of animals
    synonym:
  • harbor
  • ,
  • harbour

2. Κρατήστε στην κατοχή κάποιου

  • Ζώων
συνώνυμο:
  • λιμάνι,
  • λιμάνι

3. Hold back a thought or feeling about

  • "She is harboring a grudge against him"
    synonym:
  • harbor
  • ,
  • harbour
  • ,
  • shield

3. Κρατήστε πίσω μια σκέψη ή ένα συναίσθημα για

  • "Φιλοξενεί μια μνησικακία εναντίον του"
συνώνυμο:
  • λιμάνι,
  • λιμάνι,
  • ασπίδα

4. Maintain (a theory, thoughts, or feelings)

  • "Bear a grudge"
  • "Entertain interesting notions"
  • "Harbor a resentment"
    synonym:
  • harbor
  • ,
  • harbour
  • ,
  • hold
  • ,
  • entertain
  • ,
  • nurse

4. Διατηρήστε τη θεωρία, τις σκέψεις ή τα συναισθήματα(

  • "Φέρτε μια μνησικακία"
  • "Διαφορετικές έννοιες"
  • "Λιμάνι μια δυσαρέσκεια"
συνώνυμο:
  • λιμάνι,
  • λιμάνι,
  • κρατώ,
  • διασκεδάζω,
  • νοσοκόμα