Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Han

/hɑn/

noun

1. Imperial dynasty that ruled china (most of the time from 206 bc to ad 220) and expanded its boundaries and developed its bureaucracy

  • Remembered as one of the great eras of chinese civilization
    synonym:
  • Han
  • ,
  • Han dynasty

1. Αυτοκρατορική δυναστεία που κυβέρνησε την κίνα (περισσότερο από το 206 π.χ. έως το 220) και επέκτεινε τα όριά της

  • Θυμόμαστε ως μία από τις μεγάλες εποχές του κινεζικού πολιτισμού
συνώνυμο:
  • Χαν,
  • Δυναστεία Χαν