Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Hallowed

/hæloʊd/

adjective

1. Worthy of religious veneration

  • "The sacred name of jesus"
  • "Jerusalem's hallowed soil"
    synonym:
  • hallowed
  • ,
  • sacred

1. Αντάξια θρησκευτικής λατρείας

  • "Το ιερό όνομα του ιησού"
  • "Το αγιασμένο έδαφος της ιερουσαλήμ"
συνώνυμο:
  • περιχαρακωμένοσ,
  • ιερός

Examples of using

Our Father who art in heaven, hallowed be thy name. Thy kingdom come. Thy will be done, on earth as it is in heaven. Give us this day our daily bread, and forgive us our trespasses, as we forgive those who trespass against us, and lead us not into temptation, but deliver us from evil.
Ο Πατέρας μας που είναι στον ουρανό, αγιάζεται ως το όνομά σου. Το βασίλειό σου έρχεται. Θα γίνεις επάνω στη γη όπως είναι στον ουρανό. Δώσε μας σήμερα το καθημερινό ψωμί μας, και συγχώρεσέ μας τα παραπτώματά μας, καθώς συγχωρούμε όσους καταπατούν εναντίον μας, όχι σε πειρασμό.
Our Father who art in heaven, hallowed be thy name. Thy kingdom come. Thy will be done, on earth as it is in heaven. Give us this day our daily bread, and forgive us our trespasses, as we forgive those who trespass against us, and lead us not into temptation, but deliver us from evil.
Ο Πατέρας μας που είναι στον ουρανό, αγιάζεται ως το όνομά σου. Το βασίλειό σου έρχεται. Θα γίνεις επάνω στη γη όπως είναι στον ουρανό. Δώσε μας σήμερα το καθημερινό ψωμί μας, και συγχώρεσέ μας τα παραπτώματά μας, καθώς συγχωρούμε όσους καταπατούν εναντίον μας, όχι σε πειρασμό.