Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "habitation" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "κατοικία" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Habitation

[Συνήθεια]
/hæbəteʃən/

noun

1. The native habitat or home of an animal or plant

    synonym:
  • habitation

1. Το εγγενές περιβάλλον ή το σπίτι ενός ζώου ή ενός φυτού

συνώνυμο:
  • κατοίκηση

2. Housing that someone is living in

  • "He built a modest dwelling near the pond"
  • "They raise money to provide homes for the homeless"
    synonym:
  • dwelling
  • ,
  • home
  • ,
  • domicile
  • ,
  • abode
  • ,
  • habitation
  • ,
  • dwelling house

2. Στέγαση στην οποία ζει κάποιος

  • "Έχτισε μια μέτρια κατοικία κοντά στη λίμνη"
  • "Συγκεντρώνουν χρήματα για να παρέχουν σπίτια στους άστεγους"
συνώνυμο:
  • κατοικία,
  • σπίτι,
  • κατοικία,
  • κατοικία,
  • κατοίκηση,
  • κατοικία

3. The act of dwelling in or living permanently in a place (said of both animals and men)

  • "He studied the creation and inhabitation and demise of the colony"
    synonym:
  • inhabitancy
  • ,
  • inhabitation
  • ,
  • habitation

3. Η πράξη της κατοικίας ή της διαμονής μόνιμα σε ένα μέρος (συνταγή τόσο των ζώων όσο και των μην)

  • "Μελέτησε τη δημιουργία και την κατοίκηση και το θάνατο της αποικίας"
συνώνυμο:
  • κατοίκηση,
  • κατοίκηση,
  • κατοίκηση