Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Gunfire

/gənfaɪər/

noun

1. The act of shooting a gun

  • "The gunfire endangered innocent bystanders"
  • "They retreated in the face of withering enemy fire"
    synonym:
  • gunfire
  • ,
  • gunshot

1. Η πράξη της πυροβολισμού ενός όπλου

  • "Η φωτιά έθεσε σε κίνδυνο αθώους παρευρισκόμενους"
  • "Υποχώρησαν μπροστά στη μαραμένη φωτιά του εχθρού"
συνώνυμο:
  • πυροβολισμοί,
  • πυροβολισμοί