Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Gullible

/gələbəl/

adjective

1. Naive and easily deceived or tricked

  • "At that early age she had been gullible and in love"
    synonym:
  • fleeceable
  • ,
  • green
  • ,
  • gullible

1. Αφελής και εύκολα εξαπατημένος ή εξαπατημένος

  • "Σε εκείνη την ηλικία ήταν ευάλωτη και ερωτευμένη"
συνώνυμο:
  • αποτραβηγμένοσ,
  • πράσινος,
  • εύφλεκτοσ

2. Easily tricked because of being too trusting

  • "Gullible tourists taken in by the shell game"
    synonym:
  • gullible

2. Εύκολα ξεγελαστεί λόγω του ότι είναι πολύ εμπιστευτικό

  • "Αφελείς τουρίστες που λαμβάνονται από το παιχνίδι κέλυφος"
συνώνυμο:
  • εύφλεκτοσ

Examples of using

She's so gullible she'll believe anything you tell her.
Είναι τόσο αφελής που θα πιστέψει ό, τι της πεις.
The word "gullible" is not in the dictionary.
Η λέξη "ευαίσθητο" δεν είναι στο λεξικό.